Showing posts with label ποιημα. Show all posts
Showing posts with label ποιημα. Show all posts

Saturday, August 18, 2012

Άνθη της πέτρας

Γιώργος Σεφέρης
Άνθη της πέτρας     
Άνθη της πέτρας μπροστά στην πράσινη θάλασσα
με φλέβες που μου θύμιζαν άλλες αγάπες
γυαλίζοντας στ' αργό ψιχάλισμα
Άνθη της πέτρας φυσιογνωμίες που ήρθαν
όταν κανένας δεν μιλούσε και μου μίλησαν
που μ' άφησαν να τις αγγίξω ύστερα από την σιωπή
μέσα σε πεύκα σε πικροδάφνες και σε πλατάνια

Thursday, July 26, 2012

KΛΕΦΤΕΣ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ, ΣΤΗΝ ΚΟΥΖΙΝΑ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ

ΕΧΕΙ ΠΟΥΛΗΣΕΙ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΑΡΠΑΞΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ. ΕΒΑΛΕ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΦΩΤΙΣΤΗΚΑ ΚΑΙ ΠΙΣΙΝΑ ΓΙΑ ΔΥΟ ΤΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ . ΕΦΑΓΕ ΤΡΟΦΙΜΑ ΚΑΙ ΡΕΥΣΤΑ ΑΠΟ ΟΠΟΥ ΜΠΟΡΕΣΕ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΩΣΕ ΤΑ ΔΥΟ ΤΟΥ ΖΑΓΑΡΙΑ. ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΑΡΕΣΕ Η ΔΟΥΛΕΙΑ, ΤΟΥ ΕΛΕΕΙΝΟΥ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΥ ΣΤΑ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΑ. ΕΚΛΕΒΑΝ ΑΠΟ ΜΙΑ ΔΑΣΚΑΛΑ ΛΕΦΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΝΕ ΣΙΝΕΜΑ.  ΜΕΤΑ ΠΟΥΛΟΥΣΑΝ ΦΥΤΑ ΚΛΕΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΑΣΚΑΛΑ ΚΙ ΑΥΤΑ. ΕΒΑΛΑΝ ΣΤΟ ΚΟΛΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΝΗ ΜΕ ΤΑ ΠΕΝΤΕ ΠΑΙΔΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΟΥΣ ΠΑΕΙ ΣΤΡΑΒΑ Η ΑΠΑΤΑΙΩΝΙΑ. ΤΙ ΤΟΥΣ ΝΕΙΗΑΖΟΥΝ ΟΛΑ ΑΥΤΑ; ΝΤΥΘΗΚΑΝ ΟΜΟΡΦΑ ΚΙ ΩΡΑΙΑ ΤΡΩΓΟΥΝ ΔΕ ΠΑΝΤΟΤΕ ΥΓΙΕΙΝΑ ΤΩΡΑ ΠΙΑ. ΕΚΛΕΒΑΝ ΕΙΔΗ ΚΟΥΖΙΝΑΣ,  ΡΟΥΧΙΣΜΟ, ΚΑΙ ΡΕΥΣΤΑ ΑΠΟ ΤΑ ΑΤΜ ΤΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ ΜΕ ΞΕΝΕΣ ΚΑΡΤΕΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΦΥΣΙΚΑ. ΗΤΑΝ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟΙ ΒΡΩΜΟ-ΤΕΜΠΕΛ-ΧΑΝΑΔΕΣ ΤΟΥ ΚΕΡΑΤΑ. ΕΚΛΕΨΑΝ ΤΗΣ ΧΗΡΑΣ ΤΑ ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ. ΤΑ ΠΟΥΛΗΣΑΝ, ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΝΑ ΤΑ ΦΟΡΟΥΝ ΓΙΑ ΣΤΟΛΙΔΙΑ (ΤΗΣ ΧΗΡΑΣ ΠΟΥ ΕΚΛΕΨΑΝ) ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΑ. ΕΔΩΣΑΝ ΜΙΖΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΥΝ ΣΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ  ΤΑΜΕΙΑ, ΚΑΙ ΑΓΟΡΑΣΑΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ ΠΕΡΙΤΡΑΝΑ. ΤΩΡΑ ΨΑΧΝΟΥΝ ΝΑ ΒΡΟΥΝ ΤΡΟΠΟ ΝΑ ΚΛΕΒΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΓΙΑΤΙ ΕΚΛΕΨΑΝ ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ ΓΙΑ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΝ ΘΥΡΙΔΑ, ΟΠΟΥ ΦΥΛΑΕΙ ΤΑ ΕΝΑΠΟΜΕΙΝΑΝΤΑ ΧΡΥΣΑΦΙΚΑ Η ΔΑΣΚΑΛΑ, Η ΕΝΤΕΛΩΣ ΑΠΡΟΚΑΤΑΡΤΙΣΤΗ ΣΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΙΑΠΡΑΤΟΥΝ ΣΤΟΝ ΑΣΧΗΜΟ ΑΥΤΟ ΝΤΟΥΝΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΨΕΥΔΗ ΜΕ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΚΑΛΎΠΤΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΕΛΛΙΖΑΓΑΡΙΑ ΤΑ ΑΙΣΧΡΑ. ΜΑΘΕΝΕΙ ΤΙΣ ΕΓΓΟΝΕΣ ΤΙΣ ΠΕΛΛΙΖΑΓΑΡΕΣ ΤΟΥ ΝΑ ΚΛΕΒΟΥΝ, ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΚΡΙΒΑ ΤΑ ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΙΚΑ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΔΑΚΤΡΑ ΣΤΑ ΚΟΛΛΕΓΙΑ, ΤΟ ΔΕ ΨΕΜΜΑ ΚΑΙ Η ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΤΟΥΣ ΦΑΙΝΕΤΕ ΕΥΚΟΛΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΕΛΙΚΑ. Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΤΟΥΣ ΟΔΗΓΟΣ ΚΑΙ ΣΚΕΠΗ ΤΟΥΣ ΠΑΝΤΟΤΙΝΑ.

Thursday, May 17, 2012

ΦΟΝΙΑΔΕς ΔΟΛΟΠΛΟΚΟΙ ΣΑΔΙΣΤΕΣ

 Η Βαρβαρη Πελλιζαγαρας καταραμενη απο την Καθολικη Εκκησια απο τα νιατα της με ενα γιο φονια του δικαιου και του ωραιου, καταχραστη του Χρυσου Θρονου μας, προσβαλει τον Ελληνισμο με βαρεια λογια σκληρης πορνογραφιας, γιατι το σαρακι της ζηλιας που την τρωει δεν υπουλωνεται με τα δωρα απο τον μαμονα, τον κλεμενο. Ο αχορταγα ακορεστος για πλουτη ημιχορος την φημολογη διατυμπανιζωντας το τερατωδες  παραμυθι της διαφανης απο Τον Υψιστο κακοηθη ψευδομαρτυριας. Η Σαλομη-ακοπιαστη-Κολλυαινα λικνιζετε με τον ηχο του χυδαιου, αποτροπαιου τροπαριου στροβιλιζει στο πυρ το αστεκτον, για την μη ηδωνηκη πλεον εμπειρια της αιμοδιψη  Ηρωδιο-ομαδας βρυκολακων. Υ.Γ. Γυρισες καθε πετρα αναποδα Φιδι Πελλιζαγαρας, βρηκες τον μαμονα, κατεστρεψες το θυμα, εφαγες την μεριδα του αιμοδιψους κοπροσκυλου και μοιραζεις τα απομειναρια στους καφρους υπηρετες σου κτηνος! Δεν ηταν δικος σου ο μαμονας που μοιραζεις, δεν ειχες δικαιωμα!

Monday, May 14, 2012

Η Αγια Ημερα

Mε στεφανο μια αδαμαντινη κωρονα, ενα φωτοστεφανο, εναν ηλιο, το φορεμα της λευκο, μεταξωτο, μπροκαρ, πεταει στους αιθερες, με σανδαλια νιου τραγου δερμα δεμενο με χρυσες ακτινες. Πινει κρυσταλινες πηγες με ποτηρι το μαρμαρινο ζενιθ του ωραιου, τρωει ανθη ευοσμα σε κοιλαδες απατητες. Αρπες και τιτιβισματα την καλουν σε δαση αρμονικης πλασης. Στελνει μηνηματα, ιαση χαριζοντας σε οντα ασθενικα, γνωση σε ανεμελα ξεγνιαστους για τους κυνδινους που παραμονευουν.  Με μια ασπιδα αθανατη αποκλειει τα βελη του πονηρου απο τον παραδεισο.
  Στις αυλες που κατοικει αστραφτουν τοιχη πολυτιμων λιθων, τα Ουρανια Τοξα! ΔΟΞΑΣΜΕΝΟ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ, ΑΠΟ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΠΗΡΕ ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΑ ΑΙΩΝΙΑ.

Thursday, March 22, 2012

του ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

αφορητος ο καυσων, η υγρασια της ακολασιας περονιαζει καθε ινα σπλαχνηκοτητας. στην σκιερη φυλλοσια η αρχη της αποσυνθεσης του σεπτου δυσοσμο μυρο του ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ  

Tuesday, March 20, 2012

Αριστοτέλη Βαλαωρίτη Ο ΒΡΑΧΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΜΑ





"Μέριασε, βράχε να διαβώ! - το κύμα ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο-
μέριασε, μες στα στήθη μου, που 'σαν νεκρά και κρύα,
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.
Αφρούς δεν έχω γι΄ άρματα, κούφια βοή γι΄αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα
του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου, που 'πε τώρα,
βράχε, θα πέσεις, έφθασεν η φοβερή σου ώρα!
Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο
και σώγλυφα και σώπλενα τα πόδια δουλωμένο,
περήφανα μ΄εκοίταζες και φώναζες του κόσμου
να ειδεί την καταφρόνεση, που πάθαινε ο αφρός μου.
Κι αντίς εγώ κρυφά κρυφά, εκεί που σ΄εφιλούσα
μέρα και νύχτα σ΄ έσκαφτα, τη σάρκα σου εδαγκούσα
και την πληγή που σ΄ άνοιγα, το λάκκο πούθε κάμω
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο.
Σκύψε να ειδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη,
τα θέμελά σου τα 'φαγα, σ΄έκαμα κουφολίθι.                                                                                          Μέριασε, βράχε,να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήσει στο λαιμό... Εξύπνησα λιοντάρι"...
Ο βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος,
αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός, σαβανωμένος.
Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες,
του φεγγαριού, που ΄ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες.
Ολόγυρά του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν
και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματα αρμενίζουν
καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε
τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε.                                  Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα
χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αιθέρα
ν΄ αντιβοά τρομαχτικά, χωρίς καν να ξυπνήσει
και σήμερ΄ ανατρίχιασε, λες θα ψυχομαχήσει.                                                                                            "  Κύμα, τι θέλεις από με και τι με φοβερίζεις;
Ποιός είσαι συ και τόλμησες αντί να με δροσίζεις,
αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις
και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις,
εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ΄αφρούς στεφανωμένο;
Όποιος κι αν είσαι μάθε το, εύκολα δεν πεθαίνω".
"Βράχε, με λεν Εκδίκηση. Μ΄ επότισεν ο χρόνος
χολή και καταφρόνεση. Μ΄ ανάθρεψεν ο πόνος.
Ήμουνα δάκρυ μια φορά, και τώρα, κοίταξέ με,
έγινα θάλασσα πλατιά, πέσε προσκύνησέ με.
Εδώ μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις, δεν έχω φύκη,
σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη.
Ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του ’δη μου τ΄ αχνάρια...
Μ΄ έκαμες ξυλοκρέβατο... Με φόρτωσες κουφάρια...
Σε ξένους μ΄έρριξες γιαλούς... Το ψυχομάχημά μου
το περιγέλασαν πολλοί και τα παθήματά μου
τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη.
Μέριασε, βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη,
καταποτήρας είμ΄εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου,
Γίγαντας στέκω μπρος σου!"
Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή του
εκαταπόντισε με μιας το κούφιο το κορμί του.
Χάνεται μες στην άβυσσο, τρίβεται,σβηέται, λιώνει,
σαν νάταν από χιόνι.
Επάνωθέ του εβόγγηξε για λίγο αγριεμένη
η θάλασσα κ΄ εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένει
στον τόπο που ΄ταν το στοιχειό κανείς παρά το κύμα,
που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα.



ΑΠ'ΤΟ ΚΑΜΠΑΝΑΡΙΟ

Αγιο Οραμα  ως Υπερτατος Αγγελος η κωδωνοκρουστης καλει τον οχλο προς μετανεια πετωντας με Θεια Δυναμη προς τα ΑΝΩΤΕΡΑ μελπων, ενω ο εωσφορος αγνωντας το καλεσμα τοξευει πυρινα βελη επιτυχως στις κακακοκκινες πτυχωσεις της φλεγομενης πυρηνης λαιλαπας ολοκληρωνοντας την καταδηση του στο ολοκαυτωμα της αιδου ηδωνης

Thursday, February 2, 2012

ΤΟΥ ΦΡΙΓΟΥ TΗΣ ΑΔΕΛΦΗΣ

Ολα σου τα κοσμηματα, και την τελευταια σταγονα απο το αιμα σου οπως τοτε με την αδελφη του οταν την αγαπησε την υπεραγαπησε μετα τον γαμο και τον τοκετο της του πηραν το διαμαντι απο το χερι της γιατι πηδαγε αχορταγα απο μπαρ σε μπαρ να βρει σαν το δικο του μπαρ > ΤΟΥ ΦΡΙΓΟΥ

Wednesday, January 11, 2012

ΕΝΑΣ ΦΟΝΙΑΣ (η βια ειναι σταδιακα ποιο καταστρεπτικη)


Αβυσσος η Ψυχη
Το μηδεν στα γραπτα μαθηματικα μαθηματα εκμηδενιζοντας,            επαινους αποσπωντας,                                                                       κρυμμενος πισω απο θαμνους και βραχια,                                            σκοτωνε βατραχια.                                                                                           Το αισχος του αποσιωπωντας,                                                    εκτοξευωντας κραυγες,                                                                   υπουλονοντας πληγες απο τις ερωτικες αποτυχιες του τις παμπολλες,       αδεια εμεναν τα κλουβια,                                                                      σκοτωνε πτηνα.                                                                                               Το πουγκι να του φουσκωσει  αναμενοντας ο σατανας,                   βασανιζοντας την φοβερα την δυστυχισμενη,                                       σκοτωσε μια ηλικιωμενη.                                                                              Το κοινωνικο του κυρος για να υψωσει,                                                    στην πνευματικως θλιβερα ακαρπη την ζωη του,                            ερευνωντας μια ζωη που ηταν αμεμπτη κιοχι σαν την δικη του,                  σαν να εκαιγε ενα ξυλο,                                                                        σκοτωσε τον καλλιτερο του φιλο!
Κλεμενα Φερετρα

Wednesday, November 30, 2011

Φιδια στην Χλοη

διψας...το ποτηρι σταζει αιμα. πινοντας το διψας ακομα ποιο πολυ. στο μνημα δεν μπορεις να βιασεις το θυμα σου. το μονοπετρο  που εκλεψες θηλια εγινε και σε πνιγει. αν ηταν η βασιλισσα στο παλατι θα ακουγες τον ημνο της ζωης. θα πλουτιζες ακομα απο τον θυσαυρο της. θα την συνετριβες για δευτερη φορα να μην ακους Θεεικους ηχους.  τα μεταξοτα της αρπαζοντας μεταμφιεσες την αθλια μορφη  σου στον τυπο και τον ηχο της και ξεγελοντας τους ολους αδιστακτα εκλεβες και πινεις το αιμα της ακομα...διψας  

Tuesday, November 22, 2011

Αγγελοι Αλεξιβροχοι

Αγγελοι Αλεξιβροχοι
Αορατες Ομπρελες
Θεια Θαλπορη
Αλοβητα Βιοματα

Wednesday, November 16, 2011

Προς την Κολαση, η βαρβαρο γεννημα βαρβαρας

απο την σαπια βαρβαρα
γεννήθηκε,
το σκουληκι εφαγε σαπιλα, σαπια μηλα, εγινε φιδι, εφαγε ολα τα βατραχια στην λιμνη, εφαγε μια γρια, εφαγε λεφτα, εφαγε διαμαντια, γενησε μισος οκνηρια, πονηρια, ταισε Την Αγια στα σκυλια, εφαγε πολυ, καλα,  
κορεσμένος ελεγε ισοριες για φρικια, ανυπαρκτα θερια, εδινε συνταγες για μεζεδες και γλυκα, τον ακουγαν με ενδιαφερον των αφρωνων τα αυτια, τελικα εκει στης κολασης την πορτα ντυμένος μέ   άμφια  εκλεκτικά απηγειλε ποιηματα ιερατικα,
ικανοποιημένος παρακαλεσμένος προσκεκλημενος ουτος πρωτοτοκος εστι του Σατανα.

Monday, October 3, 2011


Στίχοι: Γιώργος Σεφέρης
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Μαρκόπουλος


Ήλιε παίζεις μαζί μου
κι όμως δεν είναι τούτο χορός,
η τόση γύμνια αίμα σχεδόν
γι άγριο κανένα δάσο.

Σήμαντρα ακούστηκαν
κι ήρθαν οι μαντατοφόροι.
Δεν τους περίμενα
λησμονημένη κι η λαλιά τους.

Ξεκούραστοι, φρεσκοντυμένοι
κρατώντας κάνιστρα τους καρπούς.
Θαύμασα και ψιθύρισα:
"Μ' αρέσουν τα αμφιθέατρα".

Friday, September 23, 2011

ΔΗΛΟΣ

στιψε την πετρα να ξεδιψασης
απ'το ρυακι του Υακυνθου ως την θαλασσα
κι'ασε τον απαστραπτοντα εναστρο
στιψε την πετρα να ξεδιψασεις απ'το ρυακι του Υακυνθου ως την Θαλασσα, κι'ασε το απαστραπτοντα εναστρο να θερμενη την γυμνη αληθεια
να θερμενη την γυμνη αληθεια

Wednesday, May 11, 2011

ΘΡΗΝΟΣ

Οδυρομαι που ριχνουν νερο στους πνιγμενους . Λαμπουν πεντακαθαροι στον ηλιο βγαλμενοι απο το βαθος που αθεοφοβα τους καταποντισαν οι δηθεν υπερασπιστες της αθωοτης. Ενθυμου τον Θρηνο συ με τις πολυτελεις οταψιδες.

Monday, May 2, 2011

ΟΠΟΥ ΚΑΠΝΟΣ ΚΑΙ ΦΩΤΙΑ΄, Η ΖΗΤΩ ΠΟΥ ΚΑΙΚΑΤΕ

Μαυροφορος ψηλονει προδινοντας Θεους και δαιμονες για χαρη της .                                                                                                                                                           Το ουρλιαχτο κουρνιαχτο καλεσμα της προσκληση υποταγης του.

Κατατρωγει  καθε ιχνος ζωης τρυφερου βλαστου Αθωοτητας ανελαιητα.
Γινετε ενα με την φωτια της δηθεν εναρετης ευδαιμονιας, Ενδυναμωνετε, δυναμωνει.
Μαυροφορος ψηλονει προδινοντας θεους και δαιμονες για χαρη της
 Το ουρλιαχτο κουρνιαχτο καλεσμα της προσκληση υποταγης του

Κατατρωγει  καθε ιχνος ζωης τρυφερου βλαστου ανελαιητα 

Γινετε ενα με την φωτια της δηθεν εναρετης ευδαιμονιας ενδυναμωνετε δυναμωνει

Saturday, April 16, 2011

ΕΠΙΤΡΕΠΤΗ ΜΟΙΧΕΙΑ


 χυδαία οχιά της ομοφιλοφυλιας κατάπληξες . το σφιχτόαγκαλιασμα
γύρω από τη νύμφη παρεμεινε ασυλληπτο. ο ποτέ διαζευγμένος έξοχος ήρωας που
καλοπιάθηκε με την ασταματητη ροη κολακείας έτριψε το διογκωμένο εγώ του στα πεπλα της ερωμενης του έως ότου
το λεπτό-καλογυμνασμενο τρίο πήρε και πηγε για έναν μόνιμο γύρο βαθιά στην άβυσσο της κόλασης.